motive
mo
ˈməʊ
mew
tive
tɪv
tiv
motile

Ορισμός και σημασία του "motive"στα αγγλικά

01

κίνητρο, λόγος

a reason or purpose behind someone's actions or behavior 
motive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motives
Παραδείγματα
Revenge was suspected as the motive for the vandalism. 

Το κίνητρο υπωπτεύονταν ως ο λόγος για τη βανδαλισμό.

02

μοτίβο, σχέδιο

a design or figure that consists of recurring shapes or colors, as in architecture or decoration 
03

κίνητρο, θέμα

a theme that is repeated or elaborated in a piece of music 
01

κινητήριος, κινούμενος

causing or able to cause motion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most motive
συγκριτικός βαθμός
more motive
διαβαθμίσιμο
02

παρακινητικός, κινητήριος

impelling to action 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store