motionlessly
mo
ˈməʊ
μεου
tion
ʃən
σαν
less
ləs
λασ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "motionlessly"στα αγγλικά

motionlessly
01

ακίνητα, χωρίς κίνηση

in a manner that lacks movement or motion 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The cat sat motionlessly in front of the window, watching the birds. 

Η γάτα κάθισε ακίνητη μπροστά από το παράθυρο, παρακολουθώντας τα πουλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

motionlessly
motionless
motion
mot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store