mother country
mo
ˈmʌ
ma
ther
ðə
dhē
count
kʌnt
kant
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "mother country"στα αγγλικά

Mother country
01

μητέρα πατρίδα, χώρα προέλευσης

the country from which a colony or former colony originated or was controlled 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mother countries
Παραδείγματα
The colony sought independence from the mother country. 

Η αποικία επιζητούσε ανεξαρτησία από τη μητρόπολη.

02

πατρίδα, μητρική χώρα

a country that is considered the origin or homeland of a person 
Παραδείγματα
He always dreamed of returning to his mother country, Italy. 

Πάντα ονειρευόταν να επιστρέψει στη μητέρα πατρίδα του, την Ιταλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store