Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mote
01
σωματίδιο, κόκκος σκόνης
a tiny speck or particle, especially of dust or other matter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
motes
Παραδείγματα
The sunlight streaming through the window revealed countless motes of dust dancing in the air.
Το φως του ήλιου που έρεε μέσα από το παράθυρο αποκάλυψε αμέτρητα σκόνη σωματίδια που χόρευαν στον αέρα.



























