Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moonbeam
01
αχτίδα του φεγγαριού, φως του φεγγαριού
a shaft or ray of light that originates from the moon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moonbeams
Παραδείγματα
She sat by the window, bathed in the silvery light of the moonbeams, lost in thought and contemplation.
Κάθισε δίπλα στο παράθυρο, λουσμένη στο ασημένιο φως των ακτίνων του φεγγαριού, χαμένη στις σκέψεις και στη διαλογή.
Λεξικό Δέντρο
moonbeam
moon
beam



























