Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
monotonous
01
μονότονος, επαναλαμβανόμενος
boring because of being the same thing all the time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most monotonous
συγκριτικός βαθμός
more monotonous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The repetitive tasks at the assembly line made the job monotonous and uninteresting.
Οι επαναλαμβανόμενες εργασίες στη γραμμή συναρμολόγησης έκαναν τη δουλειά μονοτονική και μη ενδιαφέρουσα.
02
μονότονος, ομοιόμορφος
having an unvarying pitch or tone when spoken or sounded
Παραδείγματα
The alarm produced a monotonous beep that never stopped.
Ο συναγερμός παρήγαγε ένα μονότονο μπιπ που δεν σταματούσε ποτέ.
Λεξικό Δέντρο
monotonously
monotonous
monotone
tone



























