monotonous
Pronunciation
/məˈnɑtənəs/

Ορισμός και σημασία του "monotonous"στα αγγλικά

monotonous
01

μονότονος, επαναλαμβανόμενος

boring because of being the same thing all the time
monotonous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most monotonous
συγκριτικός βαθμός
more monotonous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The repetitive tasks at the assembly line made the job monotonous and uninteresting.
Οι επαναλαμβανόμενες εργασίες στη γραμμή συναρμολόγησης έκαναν τη δουλειά μονοτονική και μη ενδιαφέρουσα.
02

μονότονος, ομοιόμορφος

having an unvarying pitch or tone when spoken or sounded
Παραδείγματα
The alarm produced a monotonous beep that never stopped.
Ο συναγερμός παρήγαγε ένα μονότονο μπιπ που δεν σταματούσε ποτέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store