Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monopoly
01
μονοπώλιο, παιχνίδι μονοπωλίου
a type of board game in which players use game currency to buy buildings or streets represented on the board
Παραδείγματα
The Monopoly game lasted for hours, with everyone strategizing their moves.
Το παιχνίδι Monopoly διήρκεσε για ώρες, με όλους να σχεδιάζουν τις κινήσεις τους.
02
μονοπώλιο, αποκλειστικός έλεγχος
exclusive control or ownership of a particular commodity, service, or resource
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monopolies
Παραδείγματα
The company maintained a monopoly over the regional water supply.
Η εταιρεία διατήρησε ένα μονοπώλιο στην περιφερειακή παροχή νερού.
2.1
μονοπώλιο, εταιρικό μονοπώλιο
a situation in which one organization or entity exclusively controls the production, distribution, or trade of a product or service, making other rivals unable to compete
Παραδείγματα
Many indie bookstores face challenges in a landscape dominated by the monopoly of major online retailers.
Πολλά ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία αντιμετωπίζουν προκλήσεις σε ένα τοπίο που κυριαρχείται από το μονοπώλιο των μεγάλων ηλεκτρονικών καταστημάτων.
Λεξικό Δέντρο
monopolist
monopolize
monopoly



























