moneyed
moneyed
'mʌnid
manid
monied

Ορισμός και σημασία του "moneyed"στα αγγλικά

01

εύπορος, πλούσιος

possessing a substantial amount of wealth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moneyed
συγκριτικός βαθμός
more moneyed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The moneyed businessman owned a fleet of luxury cars and several upscale properties. 

Ο πλούσιος επιχειρηματίας διέθετε ένα στόλο πολυτελών αυτοκινήτων και πολλές ακριβές ιδιοκτησίες.

02

πλούσιος, ευσυδής

associated with wealth or financial abundance 
Παραδείγματα
In the moneyed neighborhood, opulent mansions lined the streets, showcasing affluence and luxury. 

Στη πλούσια γειτονιά, πλούσιες έπαυλες παρατάσσονταν στους δρόμους, επιδεικνύοντας πλούτο και πολυτέλεια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store