monastery
Pronunciation
/ˈmɑnəˌstɛri/

Ορισμός και σημασία του "monastery"στα αγγλικά

01

μοναστήρι, αβαείο

a building where a group of monks live and pray
monastery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
monasteries
Παραδείγματα
The abbot of the monastery oversees its spiritual and administrative matters.
Ο ηγούμενος της μονής επιβλέπει τα πνευματικά και διοικητικά θέματά της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store