monasticism
mo
nas
ˈnɑ:s
naas
ti
ti
ci
ˌsɪ
si
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "monasticism"στα αγγλικά

01

μοναχισμός, μοναστική ζωή

a religious lifestyle of celibacy, poverty, and obedience, often in a communal setting 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Monasticism is common in Buddhist and Christian traditions. 

Ο μοναχισμός είναι κοινός στις βουδιστικές και χριστιανικές παραδόσεις.

Λεξικό Δέντρο

monasticism
monastic
monast
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store