monasticism
Pronunciation
/məˈnæstəˌsɪzəm/

Ορισμός και σημασία του "monasticism"στα αγγλικά

01

μοναχισμός, μοναστική ζωή

a religious lifestyle of celibacy, poverty, and obedience, often in a communal setting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Many monks dedicate their lives to monasticism.
Πολλοί μοναχοί αφιερώνουν τη ζωή τους στον μοναχισμό.

Λεξικό Δέντρο

monasticism
monastic
monast
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store