Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Monasticism
01
μοναχισμός, μοναστική ζωή
a religious lifestyle of celibacy, poverty, and obedience, often in a communal setting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Monasticism is common in Buddhist and Christian traditions.
Ο μοναχισμός είναι κοινός στις βουδιστικές και χριστιανικές παραδόσεις.
Λεξικό Δέντρο
monasticism
monastic
monast



























