Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
momentary
01
στιγμιαίος, προσωρινός
lasting for only a short period of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most momentary
συγκριτικός βαθμός
more momentary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He experienced a momentary feeling of panic when he couldn't find his keys, only to realize they were in his pocket all along.
Βίωσε μια στιγμιαία αίσθηση πανικού όταν δεν μπορούσε να βρει τα κλειδιά του, μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι ήταν στην τσέπη του όλη την ώρα.
02
στιγμιαίος, συνεχής
operating or happening continuously, or at every moment, without interruption
Παραδείγματα
The momentary updates from the software ensured real-time data accuracy.
Οι στιγμιαίες ενημερώσεις από το λογισμικό εξασφάλιζαν την ακρίβεια των δεδομένων σε πραγματικό χρόνο.
Λεξικό Δέντρο
momentarily
momentary
moment



























