moistness
moist
ˈmɔɪst
moyst
ness
nəs
nēs
modestness

Ορισμός και σημασία του "moistness"στα αγγλικά

01

υγρασία, η κατάσταση του να έχει μια μικρή ποσότητα υγρασίας

the condition of having a slight amount of moisture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The moistness of the cake made it irresistible. 

Η υγρασία του κέικ το έκανε ακαταμάχητο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

moistness
moist
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store