Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moisten
01
υγραίνω, βρέχω ελαφρά
moisten with fine drops
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moisten
γ΄ ενικό πρόσωπο
moistens
ενεστώτα μετοχή
moistening
απλός αόριστος
moistened
παθητική μετοχή
moistened
Παραδείγματα
The gardener moistened the soil to help the plants grow.
Ο κηπουρός έβρεξε το χώμα για να βοηθήσει τα φυτά να μεγαλώσουν.
Παραδείγματα
The air gradually moistened as the humidity increased.
Ο αέρας υγροποιήθηκε σταδιακά καθώς αυξανόταν η υγρασία.
Λεξικό Δέντρο
moistener
moistening
moisten
moist



























