Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to moisten
01
υγραίνω, βρέχω ελαφρά
moisten with fine drops
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
moisten
γ΄ ενικό πρόσωπο
moistens
ενεστώτα μετοχή
moistening
απλός αόριστος
moistened
παθητική μετοχή
moistened
Παραδείγματα
He moistened the towel before wiping down the table.
Δροσίστηκε την πετσέτα πριν σκουπίσει το τραπέζι.
Παραδείγματα
As the mist rolled in, the ground started to moisten.
Καθώς ο ομίχλη κυλούσε, το έδαφος άρχισε να υγραίνεται.
Λεξικό Δέντρο
moistener
moistening
moisten
moist



























