mogul
Pronunciation
/ˈmoʊɡəɫ/

Ορισμός και σημασία του "mogul"στα αγγλικά

01

μέλος της μουσουλμανικής δυναστείας που κυβέρνησε την Ινδία μέχρι το 1857, Μογγόλος

a member of the Muslim dynasty that ruled India until 1857
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
moguls
02

μεγιστάνας, μογκούλ

a powerful and influential person, often in business or a specific industry
Παραδείγματα
The oil mogul's investments in renewable energy are transforming the energy sector.
Οι επενδύσεις του πετρελαιομάγκα στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μεταμορφώνουν τον ενεργειακό τομέα.
03

καμπούρα, λαγκάδι

a bump on a ski slope
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store