to mog
mog
mɒg
mog
maghmugmagmeg

Ορισμός και σημασία του "mog"στα αγγλικά

to mog
01

επισκιάζω, υπερτερώ

to outshine or surpass others in appearance, style, presence, or confidence 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mog
γ΄ ενικό πρόσωπο
mogs
ενεστώτα μετοχή
mogging
απλός αόριστος
mogged
παθητική μετοχή
mogged
Παραδείγματα
He totally mogged everyone at the meeting. 

Ξεπέρασε εντελώς όλους στη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store