Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mog
01
επισκιάζω, υπερτερώ
to outshine or surpass others in appearance, style, presence, or confidence
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mog
γ΄ ενικό πρόσωπο
mogs
ενεστώτα μετοχή
mogging
απλός αόριστος
mogged
παθητική μετοχή
mogged
Παραδείγματα
She mogged the room as soon as she walked in.
Εκείνη μόγκαρε το δωμάτιο μόλις μπήκε.



























