modishness
mo
ˈməʊ
mew
dish
dɪʃ
dish
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "modishness"στα αγγλικά

01

η τροπικότητα, η συμβατότητα με τη μόδα

the quality of being fashionable or in style 
modishness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The modishness of her wardrobe made her a trendsetter in the fashion community. 

Η σύγχρονη τάση της γκαρνταρόμπας της την έκανε να ορίζει τις τάσεις στη κοινότητα της μόδας.

Λεξικό Δέντρο

modishness
modish
mode
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store