Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Modishness
01
η τροπικότητα, η συμβατότητα με τη μόδα
the quality of being fashionable or in style
Παραδείγματα
The modishness of the event's décor reflected the modern, minimalist aesthetic of the venue.
Η συγκρότηση της διακόσμησης της εκδήλωσης αντανακλούσε τη μοντέρνα, μινιμαλιστική αισθητική του χώρου.
Λεξικό Δέντρο
modishness
modish
mode



























