Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moderately
Παραδείγματα
I was moderately impressed by the presentation.
Ήμουν μέτρια εντυπωσιασμένος από την παρουσίαση.
1.1
μετριοπαθώς, μέτρια
in a way that is even, avoiding extremes
Παραδείγματα
She exercises moderately to maintain her health.
Ασκείται μετριοπαθώς για να διατηρήσει την υγεία της.
1.2
μέτρια, εντός λογικών ορίων
within reasonable or average limits, especially in terms of cost or size
Παραδείγματα
This car is moderately fuel-efficient compared to newer models.
Αυτό το αυτοκίνητο είναι μέτρια οικονομικό σε καύσιμα σε σύγκριση με νεότερα μοντέλα.
Λεξικό Δέντρο
immoderately
moderately
moderate



























