Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mixed-up
01
μπερδεμένος, σαστισμένος
feeling mentally or emotionally confused
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mixed-up
συγκριτικός βαθμός
more mixed-up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The child looked mixed-up, unsure whether to laugh or cry.
Το παιδί φαινόταν μπερδεμένο, αβέβαιο αν θα γελάσει ή θα κλάψει.



























