Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mistake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mistakes
Παραδείγματα
A culture that encourages risk-taking and learning from mistakes fosters innovation and creativity.
Μια κουλτούρα που ενθαρρύνει την ανάληψη κινδύνων και τη μάθηση από λάθη προάγει την καινοτομία και τη δημιουργικότητα.
02
λάθος, σφάλμα
a specific part of a statement, calculation, or document that is not correct
Παραδείγματα
The typo was a small mistake but confusing to readers.
Το τυπογραφικό λάθος ήταν ένα μικρό λάθος αλλά μπερδεμένο για τους αναγνώστες.
to mistake
01
κάνω λάθος, παρεξηγώ
to be wrong or make an error
Transitive: to mistake sth
Παραδείγματα
I mistook the time of the meeting and arrived an hour early.
Εσφαλμένα κατάλαβα την ώρα της συνάντησης και έφτασα μια ώρα νωρίτερα.
02
παραννοώ, μπερδεύω
to incorrectly think someone or something is a different person or thing
Transitive: to mistake sb/sth for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mistake
γ΄ ενικό πρόσωπο
mistakes
ενεστώτα μετοχή
mistaking
απλός αόριστος
mistook
παθητική μετοχή
mistaken
Παραδείγματα
I mistook the sound of the phone for the doorbell.
Παρεξήγησα τον ήχο του τηλεφώνου για τον κουδούνι της πόρτας.
Λεξικό Δέντρο
mistakable
mistake



























