mistake
mis
ˈmɪs
mis
take
teɪk
teik
forsakepartakeunmakeopaque

Ορισμός και σημασία του "mistake"στα αγγλικά

01

λάθος, σφάλμα

an act or opinion that is wrong 
mistake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mistakes
Παραδείγματα
Recognizing and admitting your mistakes is the first step toward personal growth. 

Η αναγνώριση και η παραδοχή των λαθών σας είναι το πρώτο βήμα προς την προσωπική ανάπτυξη.

02

λάθος, σφάλμα

a specific part of a statement, calculation, or document that is not correct 
Παραδείγματα
There is a mistake in the third line of your essay. 

Υπάρχει ένα λάθος στην τρίτη γραμμή της έκθεσής σας.

to mistake
01

κάνω λάθος, παρεξηγώ

to be wrong or make an error 
Transitive: to mistake sth
to mistake definition and meaning
Παραδείγματα
They mistook the address and ended up at the wrong location. 

Εσφαλμένα κατάλαβαν τη διεύθυνση και κατέληξαν σε λάθος τοποθεσία.

02

παραννοώ, μπερδεύω

to incorrectly think someone or something is a different person or thing 
Transitive: to mistake sb/sth for sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mistake
γ΄ ενικό πρόσωπο
mistakes
ενεστώτα μετοχή
mistaking
απλός αόριστος
mistook
παθητική μετοχή
mistaken
Παραδείγματα
I mistook her for my cousin when she walked into the room. 

Την πήρα λάθος για την ξαδέρφη μου όταν μπήκε στο δωμάτιο.

Λεξικό Δέντρο

mistakable
mistake
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store