Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mist over
01
θολώνω, καλύπτομαι με ομίχλη
to have a thin layer of mist or water droplets cover a surface, creating a hazy or obscured appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
mist
ενεστώτας
mist over
γ΄ ενικό πρόσωπο
mists over
ενεστώτα μετοχή
misting over
απλός αόριστος
misted over
παθητική μετοχή
misted over
Παραδείγματα
As the temperature dropped, the window began to mist over, creating a hazy view of the landscape.
Καθώς η θερμοκρασία έπεφτε, το παράθυρο άρχισε να καλύπτεται με ομίχλη, δημιουργώντας μια θολή θέα του τοπίου.
02
θολώνω, καλύπτω με μια λεπτή στρώση σταγονιδίων νερού
to cause the formation a thin layer of water droplets on the surface of a piece glass, making it blurry
Παραδείγματα
The steam from the kettle misted over the kitchen windows.
Ο ατμός από το βραστήρα καλύφθηκε τα παράθυρα της κουζίνας.
03
θολώνω, γεμίζω με δάκρυα
(of eyes) to become filled with tears
Παραδείγματα
As she listened to the touching story, her eyes began to mist over with emotion.
Καθώς άκουγε την συγκινητική ιστορία, τα μάτια της άρχισαν να θολώνουν από το συναίσθημα.



























