Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mist
to mist
01
θαμπώνω, καλύπτομαι με ομίχλη
to become covered with fine droplets of water or condensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mist
γ΄ ενικό πρόσωπο
mists
ενεστώτα μετοχή
misting
απλός αόριστος
misted
παθητική μετοχή
misted
Παραδείγματα
The car windshield mists in cold weather.
Το παρμπρίζ του αυτοκινήτου θολώνει σε κρύο καιρό.
02
ψεκάζω, νεφοποιώ
to spray or coat with fine droplets
Παραδείγματα
The chef misted the food to keep it fresh.
Ο σεφ ψεκάστηκε το φαγητό για να το κρατήσει φρέσκο.
03
θολώνω, καλύπτω με ομίχλη
to make something less visible, obscure, or unclear
Παραδείγματα
Emotions misted her recollection of the event.
Τα συναισθήματα θολώσαν την ανάμνησή της για το γεγονός.
Λεξικό Δέντρο
misty
mist



























