Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mists
Παραδείγματα
The morning mist obscured the view of the mountains from the valley.
Η πρωινή ομίχλη επισκίαζε την θέα των βουνών από την κοιλάδα.
to mist
01
θαμπώνω, καλύπτομαι με ομίχλη
to become covered with fine droplets of water or condensation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mist
γ΄ ενικό πρόσωπο
mists
ενεστώτα μετοχή
misting
απλός αόριστος
misted
παθητική μετοχή
misted
Παραδείγματα
The window began to mist as the temperature dropped.
Το παράθυρο άρχισε να θαμπώνει όταν έπεσε η θερμοκρασία.
02
ψεκάζω, νεφοποιώ
to spray or coat with fine droplets
Παραδείγματα
The gardener misted the plants to keep them hydrated.
Ο κηπουρός ψεκάστηκε τα φυτά για να τα διατηρήσει ενυδατωμένα.
03
θολώνω, καλύπτω με ομίχλη
to make something less visible, obscure, or unclear
Παραδείγματα
His vision misted after the shock.
Η όρασή του θολώθηκε μετά το σοκ.
Λεξικό Δέντρο
misty
mist



























