mishandle
mis
mɪs
μισ
han
ˈhæn
χαιν
dle
dəl
νταλ
/mɪshˈændə‍l/

Ορισμός και σημασία του "mishandle"στα αγγλικά

to mishandle
01

κακοχειρίζομαι, καταστρέφω

make a mess of, destroy or ruin
to mishandle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mishandle
γ΄ ενικό πρόσωπο
mishandles
ενεστώτα μετοχή
mishandling
απλός αόριστος
mishandled
παθητική μετοχή
mishandled
02

κακή διαχείριση, αποτυχημένη διαχείριση

manage badly or incompetently
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store