misfit
mis
ˈmɪs
mis
fit
fɪt
fit
mishit

Ορισμός και σημασία του "misfit"στα αγγλικά

01

απροσάρμοστος, παραβατικός

a person or thing that is out of place or does not conform to the norms or expectations of a particular group, environment, or situation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misfits
Παραδείγματα
He always felt like a misfit at school, unable to connect with his classmates. 

Πάντα αισθανόταν σαν ένας αποκομμένος στο σχολείο, ανίκανος να συνδεθεί με τους συμμαθητές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store