Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misfire
01
αποτυγχάνω να πυροδοτήσω, δεν πυροδοτεί
to fail to shoot a bullet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misfire
γ΄ ενικό πρόσωπο
misfires
ενεστώτα μετοχή
misfiring
απλός αόριστος
misfired
παθητική μετοχή
misfired
02
αποτυγχάνω, δεν επιτυγχάνω τον επιθυμητό στόχο
(of a plan) to fail to have the intended result
Transitive
Παραδείγματα
The politician 's strategy to win over young voters misfired, alienating his core supporters instead.
Η στρατηγική του πολιτικού να κερδίσει νέους ψηφοφόρους απέτυχε, αποξενώνοντας αντ 'αυτού τους βασικούς υποστηρικτές του.
03
αστοχία ανάφλεξης, παράλειψη
(of a vehicle or engine) to fail to ignite properly or skip a beat during operation
Παραδείγματα
While I was driving home yesterday, the engine was misfiring continuously.
Ενώ οδηγούσα σπίτι χθες, ο κινητήρας είχε διαλείπουσα ανάφλεξη συνεχώς.
Misfire
01
αποτυχία έκρηξης, αποτυχημένη έκρηξη
an explosion that fails to occur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misfires
02
αποτυχία, αστοχία
a failure to hit (or meet or find etc)



























