Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misfire
01
αποτυγχάνω να πυροδοτήσω, δεν πυροδοτεί
to fail to shoot a bullet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misfire
γ΄ ενικό πρόσωπο
misfires
ενεστώτα μετοχή
misfiring
απλός αόριστος
misfired
παθητική μετοχή
misfired
02
αποτυγχάνω, δεν επιτυγχάνω τον επιθυμητό στόχο
(of a plan) to fail to have the intended result
Transitive
Παραδείγματα
The marketing campaign turned out to be a misfire, generating little interest in the new product.
Η καμπάνια μάρκετινγκ αποδείχθηκε αποτυχία, δημιουργώντας μικρό ενδιαφέρον για το νέο προϊόν.
03
αστοχία ανάφλεξης, παράλειψη
(of a vehicle or engine) to fail to ignite properly or skip a beat during operation
Παραδείγματα
My car misfires occasionally, especially when it's cold outside.
Το αυτοκίνητό μου χάνει περιστασιακά, ειδικά όταν έξω είναι κρύο.
Misfire
01
αποτυχία έκρηξης, αποτυχημένη έκρηξη
an explosion that fails to occur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misfires
02
αποτυχία, αστοχία
a failure to hit (or meet or find etc)



























