misery
mi
ˈmɪ
mi
se
ry
ri
ri
miserly

Ορισμός και σημασία του "misery"στα αγγλικά

01

δυστυχία, οδύνη

great discomfort or pain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The refugees endured years of misery in the overcrowded camp. 

Οι πρόσφυγες υπέμειναν χρόνια δυστυχίας στο συνωστισμένο στρατόπεδο.

02

δυστυχία, βάσανο

extreme emotional suffering or deep sadness 
Παραδείγματα
He felt misery when his team lost the championship. 

Ένιωσε δυστυχία όταν η ομάδα του έχασε το πρωτάθλημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store