Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Misery
01
δυστυχία, οδύνη
great discomfort or pain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
War brings not just death, but widespread misery to civilians.
Ο πόλεμος δεν φέρνει μόνο θάνατο, αλλά και ευρεία δυστυχία στους πολίτες.
02
δυστυχία, βάσανο
extreme emotional suffering or deep sadness
Παραδείγματα
He sank into misery after losing his job.
Βυθίστηκε στη δυστυχία αφού έχασε τη δουλειά του.



























