Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misapprehend
01
παρανοήσει, καταλάβει λάθος
to fail to understand the full or true meaning, intention, or scope of a situation, idea, or statement
Transitive: to misapprehend sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misapprehend
γ΄ ενικό πρόσωπο
misapprehends
ενεστώτα μετοχή
misapprehending
απλός αόριστος
misapprehended
παθητική μετοχή
misapprehended
Παραδείγματα
He realized he had misapprehended what she told him months ago.
Συνειδητοποίησε ότι είχε παρανοήσει αυτό που του είχε πει πριν από μήνες.
Λεξικό Δέντρο
misapprehend
apprehend



























