mirth
mirth
mɜ:θ
mēth
birthgirthberthperth

Ορισμός και σημασία του "mirth"στα αγγλικά

01

χαρά, ευθυμία

a feeling of happiness, joy, or amusement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The children's faces lit up with mirth as they played games and enjoyed the party. 

Τα πρόσωπα των παιδιών φωτίστηκαν με χαρά καθώς έπαιζαν παιχνίδια και απολάμβαναν το πάρτι.

Λεξικό Δέντρο

mirthful
mirthless
mirth
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store