mirror
mi
ˈmɪ
mi
rror
ər
ēr
jitterjeerercheererflitter

Ορισμός και σημασία του "mirror"στα αγγλικά

01

καθρέφτης, γυαλί

a flat surface made of glass that people can see themselves in 
mirror definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mirrors
Παραδείγματα
He adjusted his tie while gazing into the mirror above the dresser. 

Προσάρμοσε την γραβάτα του κοιτώντας στον καθρέφτη πάνω από το ντουλάπι.

02

καθρέφτης, αντανάκλαση

a faithful depiction or reflection 
to mirror
01

αντανακλώ, καθρεφτίζω

reflect as if in a mirror 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mirror
γ΄ ενικό πρόσωπο
mirrors
ενεστώτα μετοχή
mirroring
απλός αόριστος
mirrored
παθητική μετοχή
mirrored
02

αντανακλώ, μοιάζω

reflect or resemble 

Λεξικό Δέντρο

mirrorlike
mirror
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store