Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mirror
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mirrors
Παραδείγματα
She applied makeup in front of the magnifying mirror on the vanity.
Εφάρμοσε μακιγιάζ μπροστά από τον μεγεθυντικό καθρέφτη στην τουαλέτα.
02
καθρέφτης, αντανάκλαση
a faithful depiction or reflection
to mirror
01
αντανακλώ, καθρεφτίζω
reflect as if in a mirror
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mirror
γ΄ ενικό πρόσωπο
mirrors
ενεστώτα μετοχή
mirroring
απλός αόριστος
mirrored
παθητική μετοχή
mirrored
02
αντανακλώ, μοιάζω
reflect or resemble
Λεξικό Δέντρο
mirrorlike
mirror



























