mindful
mind
ˈmaɪnd
maind
ful
fəl
fēl

Ορισμός και σημασία του "mindful"στα αγγλικά

01

προσεκτικός, συνειδητός

having careful awareness of one's actions and surroundings 
mindful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mindful
συγκριτικός βαθμός
more mindful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was mindful of his words, speaking with kindness and consideration towards others. 

Ήταν προσεκτικός με τα λόγια του, μιλώντας με καλοσύνη και προσοχή προς τους άλλους.

02

προσεκτικός, συνειδητός

fully aware and attentive to the current moment, actions, or surroundings 
Παραδείγματα
She practiced mindful meditation to reduce stress. 

Πρακτικάρε συνειδητή διαλογισμό για να μειώσει το άγχος.

Λεξικό Δέντρο

mindfully
mindfulness
remindful
mindful
mind
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store