Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mildly
01
ελαφρά, μέτρια
slightly but noticeably
Παραδείγματα
I was mildly surprised to see her at the meeting.
Ήμουν ελαφρά έκπληκτος που την είδα στη συνάντηση.
02
ήπια, ελαφρά
in a soft manner, without intensity or harshness
Παραδείγματα
She smiled mildly, showing her appreciation without overwhelming enthusiasm.
Χαμογέλασε ήρεμα, δείχνοντας την εκτίμησή της χωρίς συντριπτικό ενθουσιασμό.
Λεξικό Δέντρο
mildly
mild



























