mileage
mi
ˈmaɪ
μαι
leage
lɪʤ
λιτζ
milage

Ορισμός και σημασία του "mileage"στα αγγλικά

01

χιλιομετρική απόσταση, απόσταση σε μίλια

distance measured in miles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mileages
02

χιλιομετρική απόσταση

a travel allowance at a given rate per mile traveled 
03

χιλιομετρική απόσταση

the number of miles per gallon of fuel efficiency achieved by a vehicle 
Παραδείγματα
The car's high mileage meant it could travel long distances without needing frequent refueling. 

Το υψηλό χιλιομετρικό του αυτοκινήτου σήμαινε ότι μπορούσε να ταξιδεύει μεγάλες αποστάσεις χωρίς να χρειάζεται συχνό ανεφοδιασμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mileage
mile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store