Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mileage
01
χιλιομετρική απόσταση, απόσταση σε μίλια
distance measured in miles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mileages
02
χιλιομετρική απόσταση
a travel allowance at a given rate per mile traveled
03
χιλιομετρική απόσταση
the number of miles per gallon of fuel efficiency achieved by a vehicle
Παραδείγματα
The car's high mileage meant it could travel long distances without needing frequent refueling.
Το υψηλό χιλιομετρικό του αυτοκινήτου σήμαινε ότι μπορούσε να ταξιδεύει μεγάλες αποστάσεις χωρίς να χρειάζεται συχνό ανεφοδιασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mileage
mile



























