astute
Pronunciation
/əˈstut/

Ορισμός και σημασία του "astute"στα αγγλικά

01

οξυδερκής, έξυπνος

having a clever and practical ability to make wise and effective decisions
astute definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
astutest
συγκριτικός βαθμός
astuter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager 's astute leadership skills guided the team through challenging projects.
Οι οξυδερκείς δεξιότητες ηγεσίας του διαχειριστή οδήγησαν την ομάδα μέσα από προκλητικά έργα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store