Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
astute
01
οξυδερκής, έξυπνος
having a clever and practical ability to make wise and effective decisions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
astutest
συγκριτικός βαθμός
astuter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager 's astute leadership skills guided the team through challenging projects.
Οι οξυδερκείς δεξιότητες ηγεσίας του διαχειριστή οδήγησαν την ομάδα μέσα από προκλητικά έργα.
Λεξικό Δέντρο
astutely
astuteness
astute



























