Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Microwave
01
μικροκύματα, φούρνος μικροκυμάτων
a kitchen appliance that uses electricity to quickly heat or cook food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
microwaves
Παραδείγματα
She quickly heated up leftovers in the microwave for a quick lunch before heading back to work.
Έθερμε γρήγορα τα υπολείμματα στο φούρνο μικροκυμάτων για ένα γρήγορο γεύμα πριν επιστρέψει στη δουλειά.
02
μικροκύμα, κύμα μικροκυμάτων
a short electromagnetic wave (longer than infrared but shorter than radio waves); used for radar and microwave ovens and for transmitting telephone, facsimile, video and data
to microwave
01
ζεσταίνω στο μικροκύμα, μαγειρεύω στο μικροκύμα
to heat or cook something, especially food, in a microwave
Transitive: to microwave food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
microwave
γ΄ ενικό πρόσωπο
microwaves
ενεστώτα μετοχή
microwaving
απλός αόριστος
microwaved
παθητική μετοχή
microwaved
Παραδείγματα
Microwave the leftovers for two minutes on high power.
Ζεστάνετε τα υπολείμματα στο φούρνο μικροκυμάτων για δύο λεπτά σε υψηλή ισχύ.
Λεξικό Δέντρο
microwave
wave



























