astronaut
ast
ˈæst
āst
ro
naut
nɔ:t
nawt

Ορισμός και σημασία του "astronaut"στα αγγλικά

01

αστροναύτης, διαστημικός ταξιδιώτης

someone who is trained to travel and work in space 
astronaut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
astronauts
Παραδείγματα
She fulfilled her childhood dream of becoming an astronaut and traveled to the International Space Station. 

Εκπλήρωσε το παιδικό της όνειρο να γίνει αστροναύτης και ταξίδεψε στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

astronautic
astronautics
astronaut
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store