Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meticulously
01
μεταμελώς, επιμελώς
in a manner that is marked by careful attention to details
επιδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The artist meticulously crafted each brushstroke to create a lifelike portrait.
Ο καλλιτέχνης μεταμελώς δημιούργησε κάθε πινελιά για να δημιουργήσει ένα ρεαλιστικό πορτρέτο.
Λεξικό Δέντρο
meticulously
meticulous
meticul



























