Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meticulously
01
μεταμελώς, επιμελώς
in a manner that is marked by careful attention to details
Παραδείγματα
She meticulously organized her workspace, arranging every item with precision and order.
Μεταμελώς οργάνωσε τον χώρο εργασίας της, τακτοποιώντας κάθε αντικείμενο με ακρίβεια και τάξη.
Λεξικό Δέντρο
meticulously
meticulous
meticul



























