methodology
me
ˌmɛ
me
tho
θə
thē
do
ˈdɒ
do
lo
gy
ʤi
ji
dermatologyscientologyherpetologycriminology

Ορισμός και σημασία του "methodology"στα αγγλικά

01

μεθοδολογία

a series of methods by which a certain subject is studied or a particular activity is done 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
methodologies
Παραδείγματα
The researcher described the methodology used to gather data for the study. 

Ο ερευνητής περιέγραψε την μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τη συλλογή δεδομένων για τη μελέτη.

02

μεθοδολογία, μελέτη μεθοδολογίας

the study or analysis of the principles and procedures underlying methods in a discipline 
Παραδείγματα
She wrote a paper on the methodology of social science research. 

Έγραψε ένα άρθρο για τη μεθοδολογία της κοινωνικής επιστημονικής έρευνας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store