methodology
me
ˌmɛ
με
tho
θə
θα
do
ˈdɑ
ντα
lo
λα
gy
ʤi
τζι
/ˌmɛθəˈdɒlədʒi/

Ορισμός και σημασία του "methodology"στα αγγλικά

01

μεθοδολογία

a series of methods by which a certain subject is studied or a particular activity is done
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
methodologies
Παραδείγματα
The company 's success can be attributed to its innovative business methodology.
Η επιτυχία της εταιρείας μπορεί να αποδοθεί στην καινοτόμο επιχειρηματική της μεθοδολογία.
02

μεθοδολογία, μελέτη μεθοδολογίας

the study or analysis of the principles and procedures underlying methods in a discipline
Παραδείγματα
Methodology in research ethics is a growing field of study.
Η μεθοδολογία στην ερευνητική ηθική είναι ένα αναπτυσσόμενο πεδίο μελέτης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store