Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Metalwork
01
μεταλλοτεχνία, τέχνη του μετάλλου
the art and craft of shaping and manipulating metal into useful or decorative objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
metalworks
02
μεταλλοτεχνία, μεταλλικά εξαρτήματα
the metal parts of something
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
metalwork
metal
work



























