metallurgy
me
mi
ta
ˈtæ
llur
gy
ʤi
ji

Ορισμός και σημασία του "metallurgy"στα αγγλικά

01

μεταλλουργία, επιστήμη των μετάλλων

a field of science, dealing with metals and how to utilize them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metallurgies
Παραδείγματα
The metallurgy lab is equipped with advanced equipment for analyzing the composition and structure of metals. 

Το εργαστήριο μεταλλουργίας είναι εξοπλισμένο με προηγμένο εξοπλισμό για την ανάλυση της σύνθεσης και της δομής των μετάλλων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store