Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mesmerizing
01
μαγευτικός, γοητευτικός
holding one's attention in a captivating or spellbinding manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mesmerizing
συγκριτικός βαθμός
more mesmerizing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, attention, art
Παραδείγματα
The artist's mesmerizing brushstrokes created a visually stunning masterpiece.
Οι μαγευτικές πινελιές του καλλιτέχνη δημιούργησαν ένα οπτικά εντυπωσιακό αριστούργημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mesmerizing
mesmerize
mesmer



























