Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mesmerize
01
γοητεύω, μαγεύω
to capture someone's attention and interest completely, in a way that they forget about everything else
Transitive: to mesmerize sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mesmerize
γ΄ ενικό πρόσωπο
mesmerizes
ενεστώτα μετοχή
mesmerizing
απλός αόριστος
mesmerized
παθητική μετοχή
mesmerized
Παραδείγματα
The intricate details of the intricate puzzle mesmerized her, making her lose track of time.
Οι περίπλοκες λεπτομέρειες του περίπλοκου παζλ την μαγέρεψαν, κάνοντάς την να χάσει την αίσθηση του χρόνου.
02
υπνωτίζω, γοητεύω
to cause a state of hypnosis
Transitive: to mesmerize sb
Old use
Παραδείγματα
The magician used his eyes to mesmerize the volunteer before performing the trick.
Ο μάγος χρησιμοποίησε τα μάτια του για να υπνωτίσει τον εθελοντή πριν εκτελέσει το τρικ.
Λεξικό Δέντρο
mesmerized
mesmerizing
mesmerize
mesmer



























