Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Merriment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
merriments
Παραδείγματα
The children's laughter filled the air with merriment as they played in the snow.
Το γέλιο των παιδιών γέμισε τον αέρα με ευθυμία καθώς έπαιζαν στο χιόνι.
02
ευθυμία, διασκέδαση
activities that are enjoyable or amusing
LanGeek



























