to merit
me
ˈmɛ
me
rit
rɪt
rit
karatcaratparrotferret

Ορισμός και σημασία του "merit"στα αγγλικά

to merit
01

αξίζω, δικαιούμαι

to be good enough to deserve something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
merit
γ΄ ενικό πρόσωπο
merits
ενεστώτα μετοχή
meriting
απλός αόριστος
merited
παθητική μετοχή
merited
Παραδείγματα
Her excellent performance will surely merit a promotion at work. 

Η εξαιρετική της απόδοση σίγουρα θα αξίζει μια προαγωγή στη δουλειά.

01

πλεονέκτημα, χαρακτηριστικό

an admirable quality, trait, or characteristic in a person or thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
merits
Παραδείγματα
Her honesty is her greatest merit. 

Η ειλικρίνειά της είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά της.

02

αξία, αξίωμα

the quality or worth of something, typically based on its excellence, value, or achievements 
Παραδείγματα
She received a scholarship based on her academic merit and extracurricular achievements. 

Λάμβανε υποτροφία με βάση την ακαδημαϊκή της αξία και τα εξωσχολικά της επιτεύγματα.

Λεξικό Δέντρο

merited
merit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store