Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Menage
01
νοικοκυριό
a group of people living together and sharing domestic responsibilities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ménages
Παραδείγματα
Their ménage consisted of five friends living under one roof.
Το ménage τους αποτελούνταν από πέντε φίλους που ζούσαν κάτω από μια στέγη.



























