menage
me
meɪ
mei
nage
ˈnɑ:ʒ
naazh
managemenace
ménage

Ορισμός και σημασία του "menage"στα αγγλικά

01

νοικοκυριό

a group of people living together and sharing domestic responsibilities 
menage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ménages
Παραδείγματα
Their ménage consisted of five friends living under one roof. 

Το ménage τους αποτελούνταν από πέντε φίλους που ζούσαν κάτω από μια στέγη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store