memento
me
men
ˈmɛn
men
to
təʊ
tew
pimentoagrigentolentoMento

Ορισμός και σημασία του "memento"στα αγγλικά

01

ενθύμιο, αναμνηστικό

an object that is kept as a reminder of a person, place, or event 
memento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mementos
Παραδείγματα
She kept a seashell as a memento of her trip. 

Κράτησε ένα κοχύλι ως ενθύμιο από το ταξίδι της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store