Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
assuredly
01
βεβαίως, με σιγουριά
in a confident or guaranteed manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She assuredly stated that the project would be completed on time.
Βεβαιώθηκε ότι το έργο θα ολοκληρωθεί εγκαίρως.
Λεξικό Δέντρο
assuredly
assured
assure



























