Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to meld
01
συνδυάζω, αναμειγνύω
to combine different things together to form a unified whole
Transitive: to meld sth
Ditransitive: to meld sth with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
meld
γ΄ ενικό πρόσωπο
melds
ενεστώτα μετοχή
melding
απλός αόριστος
melded
παθητική μετοχή
melded
Παραδείγματα
The chef expertly melded flavors from various cuisines to create a unique and delicious dish.
Ο σεφ ένωσε με επιδεξιότητα γεύσεις από διάφορες κουζίνες για να δημιουργήσει ένα μοναδικό και νόστιμο πιάτο.
02
συγχωνεύω, αναμιγνύω
to blend or merge together in a harmonious manner
Intransitive
Παραδείγματα
In the autumn landscape, the colors of the trees meld seamlessly.
Στο φθινοπωρινό τοπίο, τα χρώματα των δέντρων συγχωνεύονται αρμονικά.
03
ανακοινώνω, εμφανίζω
to lay down or announce specific combinations of cards, usually to score points
Transitive: to meld a combination of cards
Παραδείγματα
He melded three Kings to score points in Rummy.
Έδειξε τρεις Βασιλιάδες για να σκοράρει πόντους στο Rummy.
Meld
01
μια μορφή ράμι που χρησιμοποιεί δύο τράπουλες και τέσσερις τζόκερ; οι τζόκερ και τα δύο είναι wild; ο στόχος είναι να σχηματίσετε ομάδες του ίδιου βαθμού, ένα είδος ράμι με δύο τράπουλες και τέσσερις τζόκερ; οι τζόκερ και τα δύο είναι wild; ο στόχος είναι να σχηματίσετε ομάδες καρτών της ίδιας αξίας
a form of rummy using two decks of cards and four jokers; jokers and deuces are wild; the object is to form groups of the same rank
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
melds



























